Τα σημάδια που αφήνεις στο κορμί μου, βρε ζωή… Της Σοφίας Παπαηλιάδου

Η λογική σου λέει μείνε κι η ψυχή φεύγει και πηγαίνει προς το άγνωστο.
Και το σώμα σου, το σώμα σου ακίνητο περιμένει να του δώσεις την κατεύθυνση.

«Να δω τα χέρια σου», μου λες κι εγώ απλώνω και σου δείχνω τα τατουάζ μου.
Ψάχνεις να τα αποκωδικοποιήσεις, σου εξηγώ, υποθέτεις, σου επιβεβαιώνω, σου εξηγώ κι όμως τα μάτια μου έχουν σταθεί αλλου.
Σε εκείνα τα σημάδια που επιμελώς κρύβουν πίσω τους, κάτω τους, γύρω τους.
Σε εκείνες τις πληγές που καλύφθηκαν από τον χρόνο και γίναν αχνά σημάδια και μόνο.
Πέρασε πολύς καιρός από την τελευταία φορά που στάθηκε η ματιά μου πάνω τους.
Πάνε χρόνια από τότε που τα κοίταξα προσεκτικά κι όχι φευγαλέα μέσα στην μέρα.
Πέρασαν χάδια και αγγίγματα από πάνω τους. Κάποιοι ρώτησαν, κάποιοι προσπέρασαν, κάποιοι τα αγάπησαν και θέλησαν να τα κάνουν δικά τους, κάποιοι έτρεξαν μακριά τους.
Κι όσο κάποιος τα οικειοποιούνταν, όσο εισέβαλλε στις μνήμες μου για να κάνει τα σημάδια μου δικά του, εγώ τραβιόμουν μακριά. Έφευγα.
Όσο εκείνος πλησίαζε, εγώ έφτιαχνα διαδρομές διαφυγής μέχρι που τελικά το έβαζα στα πόδια χωρίς να κοιτάξω ποτέ πίσω μου.
Και κάθε φορά κατέληγα στο ίδιο σημείο. Σε ένα σημείο που διασταυρώνονται οι μνήμες, το παρελθόν, το παρόν και το άγνωστο.
Κι όταν οι ρίζες σου στο παρελθόν είναι βαθιές, τότε καταλαβαίνεις το πρόβλημα.
Μπορεί να το αγνοείς για καιρό.
Μπορεί να κάνεις πως δεν το βλέπεις.
Μπορεί να μην είσαι έτοιμος να το αντιμετωπίσεις, όμως είναι εκεί.
Αντανακλάται στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου που πέρασε από τη ζωή σου.
Στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου που πέρασε από την ζωή σου και δεν άφησες να ακουμπήσει παραπάνω.
Τους φόρεσες ταμπελάκια, άλλον δειλό κι άλλον αδιάφορο. Άλλον άοσμο κι άλλον άχρωμο. Κι όλα αυτά για να μην πεις στον εαυτό σου πως κανείς από αυτούς δεν άγγιξε μέσα σου ούτε μια ικμάδα ψυχής. Κανείς από αυτούς δεν βρήκε καμία χαραμάδα γιατί έπαιζες μαζί του ένα ιδιότυπο κρυφτό με μάσκες.
Και σήμερα στέκεσαι στο σταυροδρόμι αυτό. Το ίδιο με άλλες χίλιες φορές. Και κοιτάς κάθε κατεύθυνση.
Από την μια το παρελθόν κι οι μνήμες του. Άγκυρα βαριά με μεγάλη αλυσίδα.
Σου δίνει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.
Σου δίνει την ψευδαίσθηση της ανεξαρτησίας και τη στιγμή που πας να φύγεις μακριά, τη στιγμή που νιώθεις πως είναι ώρα να φύγεις, σου θυμίζει πως υπάρχει και σε τραβάει στον πάτο της.
Και μένεις να κοιτάς τις βαλίτσες για το «καινούριο ταξίδι» μέσα στην μέση του σαλονιού.
Ένα ταξίδι που δεν θα γίνει, γιατί οι άγκυρες δεν θα σηκωθούν κι αυτή τη φορά.
Ούτε ετούτη τη φορά.
Κι από την άλλη το τώρα, το σήμερα, το άγνωστο αύριο, καμία ασφάλεια, καμία ζεστασιά και μνήμη. Μόνο όνειρα και σχέδια και θέλω και μπορώ.
Όλα με την αυτοπεποίθηση πως μπορείς τα πάντα.
Όλα με άγνοια κινδύνου για την επόμενη στροφή.
Η λογική έχει αποφασίσει.
Κι η ψυχή έχει αποφασίσει.
Και τώρα είναι η ώρα να αναμετρηθούν. Η λογική φαντάζει ανίκητη. Απροσπέλαστα επιχειρήματα, δομημένα έτσι που να μην αμφισβητούνται. Απόρροια στιγμών από το παρελθόν.
Κι η ψυχή όμως, μπορεί να μην έχει τις πανοπλίες και την πυγμή της λογικής, έχει όμως ένα ισχυρό θέλω κι ένα ένστικτο που την οδηγεί.
Η λογική σου λέει μείνε κι η ψυχή φεύγει και πηγαίνει προς το άγνωστο.
Και το σώμα σου, το σώμα σου ακίνητο περιμένει να του δώσεις την κατεύθυνση.
Κοιτάς τα σημάδια. Τις πληγές.
Θυμάσαι τους πόνους που έκρυψαν. Θυμάσαι την διαδρομή μέχρι να γίνουν.
Θυμάσαι το αίμα από την θυσία που έτρεξε και κύλησε και για λίγο τα κάλυψε όλα.
Θυμάσαι.. όχι δεν θυμάσαι.. θα ήθελες να θυμάσαι αλλά δεν μπόρεσες να φτιάξεις άλλες μνήμες γιατί η λογική όριζε το σταυροδρόμι σου.
Πάμε!
Εσύ, είσαι επιλογή ψυχής.
Κι ας μην το ξέρεις, αυτό θα είναι το ύψιστο που θα μπορέσω ποτέ να σου δώσω.
Να αφήσω την βολή και την ζεστασιά της λογικής. Να εμπιστευτώ το άγνωστο και το ένστικτο.
Να είσαι το ρίσκο της ψυχής μου και η επιλογή της διαδρομής μου.
Να είσαι το ρίσκο που με κάνει να κόβω τις άγκυρες και το σώμα να ακολουθεί την ψυχή.
Να σου δείξω τα σημάδια και να σου μιλήσω γι’αυτά. Να σου δώσω το παρελθόν στα χέρια σου για να κρατήσεις την άγκυρα σταθερή και να μπορέσω την κόψω.
Να σε εμπιστευτώ. Να σου παραδώσω αυτά που δεν ρωτάς.
Βρήκες τις χαραμάδες κι εγώ δεν φόρεσα μάσκες.
Μπήκες κι εγώ δεν σου φόρεσα ταμπελάκι.
Γιατί όσο πέρναγε ο χρόνος, όσο περπατάγαμε προς το σταυροδρόμι, δεν ήσουν ενθουσιασμός που θα πέρναγε. Δεν ήσουν περαστικός που θα προσπέρναγα.
Ήσουν παρόν.
Κι έγινες επιλογή ψυχής.

 

Ενεγράφη στο Ημερολόγιο Καταστρώματος από την Μαρία Αργυροκαστρίτου

Μπορεί να σας αρέσουν..