Δεν είναι όλα πλάκα, τελικά! Της Ζωής Χατζηθωμά

Το πάει για βροχή, σκέφτηκε, κοιτώντας από το παράθυρο. Πρέπει να μαγειρέψει κάτι γρήγορο, να ξανακοιτάξει το έγγραφο που πρέπει μέχρι αύριο να είναι έτοιμο για το γραφείο και να ετοιμάσει τα ρούχα για τα παιδιά, που πρέπει να είναι έτοιμα στις καρέκλες μόλις ξυπνήσουν για το σχολείο. Βουνό τα πρέπει και οι ανάσες της μισές.

Στη δουλειά τη ρώτησαν πάλι τι έπαθε το μάγουλό της. Και πάλι είπε ότι έπεσε στην μπανιέρα. Και πάλι όμως εκείνος την είχε χτυπήσει και πάλι το κατάπιε… «Στο βάθος μπορεί να με αγαπάει…φταίω κι εγώ, μιλάω πολύ….».

Όλοι ήξεραν. Όλοι δε μιλούσαν, γιατί δεν ήθελε αυτή. Ήταν ο κόσμος, τα παιδιά, η δουλειά, ήταν όλα όσα στοιχημάτισε και έχασε παίζοντας και τα ρέστα της και τη ζωή της σαν αποτυχημένος τζογαδόρος. Ταπί και ψύχραιμη πάλι. Και πάλι και πάλι.

Βουβά λόγια…δεν εξηγούνται όλα με λέξεις. Εδώ και ένα μήνα θέλει να αποδράσει. Της τηλεφώνησε ο Θέμης, γύρισε από το Παρίσι, θα μείνει μόνιμα Αθήνα, δεν την έχει ξεχάσει ποτέ και «…Πες μου ότι θα σε δω!…Θα έρθεις;…Σε παρακαλώ, για λίγο μόνο…». Κάλυψε με μέικ απ και πούδρα τη μελανιά, έβαλε ένα παχύ στρώμα κόκκινο κραγιόν και ίσιωσε τα μαλλιά της. Έστελνε φιλιά στον καθρέφτη της και χαμογελούσε: «Πάμε να καταπλήξουμε τα πλήθη, κορίτσι μου! Είναι η δική σου ώρα τώρα…».

Έπαιζε, ακόμη ήταν κοριτσάκι μέσα της. Όταν σταματάμε να παίζουμε είμαστε τελειωμένοι! Από μικρό κορίτσι μας έλεγε ότι όταν βρίσκει τα δύσκολα μπορεί να πετάξει, ότι έχει μαγικές ικανότητες και φοράει ένα μαγικό αραχνοϋφαντο λευκό πέπλο, που δραπετεύει μακριά. Δεν την πίστευε κανείς μας. Ακόμη δεν την πιστεύουμε.

Είναι κι εκείνη η φωνή του γαμώτο: «…θα έρθεις;…». Μετά εμφανίζονται οι γονείς, τα παιδιά όλα τα απειλητικά «πρέπει» και οι σκέψεις για παράπλευρες απώλειες και για τον αθώο άμαχο πληθυσμό.

Και φωνάζουν όλα δυνατά και ακούγονται ουρλιαχτά από τον φωταγωγό της κουζίνας και μπερδεύονται με τα κλάματα και τις δικές της κραυγές και «…έπεσα στην μπανιέρα η απρόσεχτη…».

Τα ψέματα ακούγονται να χειροκροτούν δυνατά. Τα ψέματα κάνουν πάντα δυνατό θόρυβο άλλωστε! Μπορούσε να πετάξει μας έλεγε, είχε το λευκό της πέπλο…: Κανείς μας δεν την πίστεψε ποτέ.

Το κινητό της παρατημένο στον καναπέ στο αθόρυβο να αναβοσβήνει. Πέντε αναπάντητες από εκείνον και τρία μηνύματα από τη μάνα της. Η κουζίνα πεντακάθαρη. Δεν είχε ετοιμάσει ούτε φαγητό, ούτε τα ρούχα των παιδιών για το σχολείο. Δεν είναι όλα απλά τελικά, η περπατημένη μπορεί να κρύβει εκπλήξεις και ίσως να υπάρχει μυστική διέξοδος.

Κάποτε ερχόταν στα ίσια της με ένα χάδι, με ένα φιλί ή με ένα ψέμα, για να κυλάει ο καιρός και να αντέχει το μαρτύριο. Τώρα όχι πια. Δεν είναι όλα πλάκα και το παραμύθι ίσως έχει και όνομα και ταυτότητα και ανατροπές.

Ανησύχησε λέει η μάνα της, που δεν απαντούσε στο τηλέφωνο τόσες ώρες και έφερε κλειδαρά. Μόλις μπήκαν στο διαμέρισμα όλα ήταν στη θέση τους, παντού επικρατούσε τάξη και γαλήνη. Μόνο το μεγάλο παράθυρο στο σαλόνι ήταν ανοιχτό και ακριβώς από κάτω στο παρκέ ένα κομμάτι από λευκό πανί….Το πήρα στο χέρι μου και το έσφιξα με ταραχή στις ιδρωμένες παλάμες μου…: Έχει γούστο, ρε συ, να μας έλεγε αλήθεια!

Της Ζωης Χατζηθωμά

Μπορεί να σας αρέσουν..