Ανοιχτοί Λογαριασμοί. Της Ζ. Χατζηθωμά

Φορέσαμε τα κοντομάνικα, μπρατσάκια έξω, λοιπόν, και το μυαλό να ασφυκτιά, όπως ο κισσός στις ρωγμές τοίχου σε ακάλυπτο πολυκατοικίας, αλλά πάντα βρίσκει διέξοδο και ανθίζει. Όπως εγώ και συ, τα παιδιά της κρίσης βρίσκουν τις δικές τους ρωγμές: για αγκαλιές, έρωτες, δημιουργία, γέλια και κάπως έτσι τελικά θα ισορροπήσουμε.

Δε βαριέσαι, ό,τι σου δίνει η ζωή κέρδος είναι, αρκεί να κάνεις σπόρο το χάος σου και να βλαστήσει. Και θα δεις πως το δικό σου χάος μοιάζει με του διπλανού σου και κάνεις εκεχειρία με τη ζωή. Πάντα;

Είμαι ένα παιδί της κρίσης, και το δικό μου χάος δε μοιάζει ούτε καν με αυτό των ίδιων μου των γονιών. Μπορεί να έχω το χρώμα των ματιών τους, αλλά δεν έχουμε το ίδιο βλέμμα. Μπορεί να μιλάμε ελληνικά, αλλά το δικό μου λεξιλόγιο είναι διαφορετικό.

Γιατί το δικό μου βλέμμα έχει φόβο, αφού η κρίση σε μένα ήρθε πολύ νωρίς, ξαφνικά και ακάλεστη και καλοκάθισε αναπαυτικά με θράσος και αγένεια και άπλωσε τα πόδια της στον καναπέ μας και δε λέει να φύγει.

Το δικό μου λεξιλόγιο έχει καινούριες λέξεις: δείκτες, μνημόνιο, υποβάθμιση, μεσοπρόθεσμο, διαπραγμάτευση και επαναδιαπραγμάτευση. Και το Χίλτον ακόμη για μένα πήρε άλλη διάσταση στο μυαλό μου και έμαθα για ρήξη και δανειστές και για τρόικα και για την επέλαση των τροϊκανών που χαμογελούσαν στις κάμερες κοιτάζοντας μας στα μάτια, λες και μας φλέρταραν.

Βιαστής είσαι, χαρά μου, όχι τρυφερός ερωτικός σύντροφος, μην μπερδεύεσαι!

Οι δικοί μου μεγάλωσαν με τα «Λόγια της πλώρης» και εγώ με τα «Λόγια της κρίσης». Τα βράδια έβλεπα τον πατέρα μου να μιλάει με τα μάτια συνωμοτικά στη μάνα μου, νομίζοντας πως δεν τους αντιλαμβάνομαι. Και πιο κει το μισοάδειο ψυγείο να χάσκει δίπλα στο παγωμένο καλοριφέρ και εκείνοι να μετράνε τα ψιλά για να βγει ο μήνας, ελπίζοντας πως δε θα βγει και η ψυχή τους μαζί. Είδα τον αδελφό μου να γυρίζει ατάκτως στα πάτρια και: «…για λίγο θα είναι, μέχρι να περάσει η μεγάλη η κρίση…θα συνεχίσεις αργότερα, μικρός είσαι ακόμη» να εγκαταλείπει το Πολυτεχνείο και να γίνεται ντιλιβεράς, γιατί «Η δουλειά δεν είναι ντροπή, έλεγε ο παππούς σου…εξάλλου, είπαμε, προσωρινά θα είναι…».

Μετά ήρθαν να προστεθούν και οι απώλειες, όλο και λιγοστεύαμε, γιατί κάποιοι έσπασαν. Όπως τα ποτήρια σε μαρμάρινο νεροχύτη: ένας ξαφνικός κρότος, μαζεύεις τα γυαλιά και συνεχίζεις.

Και μετά σιωπή.

Ενός λεπτού οργή, που συνηθίσαμε να βλέπουμε σπασμένα ποτήρια και να μην αντιδράμε. Πού πήγαν όλοι οι φίλοι που γλίστρησαν και έσπασαν σαν ποτήρια από τα χέρια; Κάναμε ησυχία και ας ούρλιαζαν τα μέσα μας, ενώ ο πρώτος πόντος από το υφαντό της απάτης είχε κιόλας φύγει.

Άλλοι έφταιξαν, άλλοι αποφάσιζαν για μας, άλλοι πλήρωσαν τελικά. Οι κουβέντες της συνήθειας λιγοστές, με μετριοπάθεια και χωρίς πάθος σαν παροπλισμένοι υπερήλικες στο καφενείο που μιλούν για τα φάρμακά τους και για σεξ και γυναικείους γλουτούς, και φιλιά υγρά, χωρίς αντικείμενο για πρακτική εφαρμογή, αλλά και χωρίς δύναμη πια για την εφαρμογή. Μας γέμισαν ενοχές και παραλίγο να πιστέψουμε ότι φταίμε και ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ζωή μας μοιραίοι και άβουλοι.

Ο καιρός περνούσε και τα σφιγμένα χέρια συνδυάζονταν σετάκι της μοδός με τα σφιγμένα χείλη: φορέθηκε πολύ όλες τις προηγούμενες σεζόν. Και οι συζητήσεις ήταν πάντα γύρω από την κρίση, της κρίσης, την κρίση, κρίση, ενώ σιγά σιγά άρχισαν να πέφτουν οι μάσκες, να υπάρχουν αποτυπώματα του εγκλήματος, γιατί όλοι αφήνουμε αποτυπώματα. Πόση βουβαμάρα θα μπορούσε να αντέξει κανείς; Δε θέλω να είμαι μόνο «Ένα παιδί της κρίσης» με τραγικά άδειο «τίτλο» κατά το «Τα παιδιά του Πολυτεχνείου» ή «Της Μεταπολίτευσης».

Θέλω να αλλάξω τον κόσμο, γιατί άλλαξα κι εγώ, έπαθα, έμαθα και κατάλαβα. Θέλω να μη φοβάμαι και μετά να μάθω στα παιδιά μου να μη φοβούνται κι εκείνα. Γιατί θα έχω επιβιώσει, όπως επιβιώνει κανείς από μια θανατηφόρα αρρώστια, αλλά ποτέ δεν ξέχασε την αιτία που την προκάλεσε, κυρίως όμως τα συναισθήματα που ένιωσε από την αρρώστια αυτή. Εγώ, το παιδί της κρίσης θα προχωρήσω και όλοι θα μιλούν για τις παρέες που άλλαξαν τον κόσμο. Η δική μου παρέα θα είναι υποψιασμένη και όχι «…δυστυχώς αυτοί ήταν…ας μην το αναλύσουμε καλύτερα!». Η δική μου παρέα είναι μαγκιά και τσαγανό και όχι εφεδρείες συμβιβασμένων που ασελγούν σε αθώες ψυχές μόνο από ιδιοτέλεια. Καλή αντάμωση λίγο πιο κάτω με τα παιδιά της κρίσης, που θα κάνουν την έκπληξη. Και που ρισκάρουν να πεινάσουν δίνοντας τη μπουκιά τους, για να χορτάσουν ένα παιδί που φοβάται και κρυώνει.

Έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία!

Της Ζωής Χατζηθωμά

Μπορεί να σας αρέσουν..